Monday, November 6, 2017

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ


Το μυθιστόρημα αυτό θα το χαρακτήριζααστυνομικό-θρίλερ, του οποίου η πλοκή ξετυλίγεται μέσα σε ένα φορτισμένο ιστορικά περιβάλλον αυτό της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου αιώνα και την ανατολή του 20ου .  

Η ίδια η συγγραφέας μας έχει δώσει σημαντικά δείγματα της δουλειάς της ως ιστορικός μυθιστοριογράφος – αν είναι δόκιμος ο όρος– με κύριο χαρακτηριστικό της την εμμονή στην ιστορική λεπτομέρεια, χωρίς η μυθοπλασία να υποφέρει από την ιστορία. 

Έτσι μας εκπλήσσει ευχάριστα όταν για πρώτη φορά σε αυτό το βιβλίο παντρεύει το ιστορικό μυθιστόρημα με το αστυνομικό. 

Η ηρωίδα του βιβλίου –αρχειονόμος των Αρχείων της Πλατείας Κλαυθμώνος– δεν θα μπορούσε παρά να είναι Σαλονικιά. Άφησε πίσω τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη για να μη θυμάται. Στην Αθήνα όμως τίποτα δεν μπορεί να τη γοητεύσει και να την κάνει να αισθανθεί πως βρήκε το ιδανικό γι΄αυτή μέρος να ζήσει. 

Νοσταλγεί την υγρασία, την ομίχλη της Θεσσαλονίκης, τις βραδινές βόλτες, την παραλία. 

Εδώ η συγγραφέας επινοεί ένα ευφυέστατο τρικ απόδρασης της ηρωίδας από τη μιζέρια της Αθήνας και ταυτόχρονα εισόδου των αναγνωστών της στην ιστορία.

Μέσα στο χαρτομάνι των εφημερίδων του Αρχείου, το μάτι της πέφτει στο φύλλο μιας εφημερίδας. Φάρος της Θεσσαλονίκης, 22 Ιανουαρίου 1899. Πρωτοσέλιδο: «Προβλέπεται νίκη του Τρικουπικού κόμματος». Σ' ένα άλλο, ένα δελτίο τύπου αναφέρει έναν χορό της ελληνικής κοινότητας και τον παρευρισκόμενο ανιψιό του προξένου της Αυστρίας, Φρανκ Αμαντέους Μάγερ. Σε ένα τρίτο, διαβάζει: «Στυγερό έγκλημα στην πλάζα ντι Σιέντε Καλέντζος. Ο βαθύπλουτος χρηματιστής Αλή Σαράτσογλου βρέθηκε στραγγαλισμένος στο γραφείο του. Είχε πολλούς εχθρούς. Ύποπτοι για τον φόνο θεωρούνται,... »

Η πρώτη έκπληξη έρχεται εκεί που ενώ ο αναγνώστης θα περίμενε μια περιπλάνηση του μυαλού της ηρωίδας στη Θεσσαλονίκη του 1899, δεν συμβαίνει αυτό αλλά ένας από μηχανής Θεός την οδηγεί σωματικά και πνευματικά στη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής στο κέντρο των γεγονότων. 

Μια φωτιά στο Αρχείο αντί να σκοτώσει, ανασταίνει. Ανασταίνει μια ολόκληρη πόλη και μια εποχή.  

Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στην πολιπολιτισμική Θεσσαλονίκη του 1899, όπου οικονομικά, πολιτικά και προσωπικά συμφέροντα συνθέτουν μια κοινωνία πολύχρωμη, μια κοινωνία έντονων αντιθέσεων και διακριτών κοινωνικών τάξεων. Εβραίοι, Νεότουρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι, ξένες μυστικές υπηρεσίες, πλούσιοι και νεόπλουτοι αντάμα με φτωχούς και χρεωμένους.

Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη υπό τουρκική κατοχή και το ηθικό των Ελλήνων κατοίκων της πληγωμένο από την νωπή ντροπιαστική ήττα του 1897. Τα πάθη και οι δυστυχίες οδηγούν σε εγκλήματα μίσους και εκδίκησης. 

Οι εθνότητες της πόλης εκφράζονται μέσα από τις θρησκείες και τα έθιμά τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές συγκρούσεις.

Οι πολιτικές αντιθέσεις και οι επαναστατικές ομάδες Βουλγάρων, Τούρκων, Αυστριακών καθώς και τρομοκρατικές οργανώσεις, επιτείνουν τις συγκρούσεις και συνθέτουν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. 

Πάνω σε αυτόν τον πολύχρωμο εθνοτικό καμβά, η Καριζώνη θα εξελίξει το θρίλερ της αποκάλυψης του δολοφόνου με μαεστρία αστυνομικού μυθιστοριογράφου.

Ένα αγαπημένο στοιχείο της γραφής της Καριζώνη, το μεταφυσικό, διάχυτο και σε αυτό το έργο. Αριστοτεχνικά και άρτια παρουσιάζεται η ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης του 1899 και φυσικά ποιητικά δοσμένη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Καριζώνη είναι πρωτίστως ποιήτρια. Το κουβάρι του μύθου της ξετυλίγεται με μαεστρία και με το απαραίτητο σασπένς. Η ίδια δεν το αφήνει να κυλίσει ανεξέλεγκτο.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στην ποιητικότητα της γραφής της Καριζώνη, σε αυτό το βιβλίο περισσότερο, διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία έρωτα και ρομάντζου που ίσως να ταίριαζε μια τέτοια γραφή, αλλά για ένα αστυνομικό – θρίλερ μυθιστόρημα, που κάνει το εγχείρημα δύσκολο. Επειδή όμως η ποιητικότητα είναι φύση της συγγραφέως, ταίριαξε απόλυτα χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον συνεπαίρνει.

Η ομίχλη της Θεσσαλονίκης, το σήμα κατατεθέν της, καλύπτει την ιστορία. Μπήκε και στον τίτλο άλλωστε. Οι ήρωες του βιβλίου θα χορέψουν βάλς μέσα στην ομίχλη με τα προσωπικά τους φαντάσματα και το φάντασμα μια πόλης χαμένης και ταυτόχρονα εξόχως επικίνδυνης.

Ατέλειωτες εικόνες, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη , συναντάμε. Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Όχι μόνο η όραση, αλλά και η όσφρηση. Σημαντικό λογοτεχνικό στοιχείο η όσφρηση για την άρτια παρουσίαση της ατμόσφαιρας. Στις σελίδες του έργου θα μυρίσουμε, βότανα και μπαχάρια στην Αιγυπτιακή αγορά, ναργιλέ, τρόφιμα στους πάγκους, φίνα μυρουδιά ντελικάτων υφασμάτων, αλλά και λάσπη και βρωμιά καταγωγίων. 
Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει από εκείνη τη Θεσσαλονίκη ηχαλαρότητα, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να την χαρακτηρίζει.

Παρότι στο έργο η Καριζώνη εμμένει στη λεπτομέρεια, που κάποιος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει υπερβολική, εντούτοις με το διάβασμα των σελίδων, διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι όλα τα πραγματολογικά στοιχεία που παρατέθηκαν υπηρετούν αυστηρά την πλοκή και εντείνουν την αγωνία. Τσιγκλούν τον αναγνώστη να βρει τον δολοφόνο χωρίς όμως να το καταφέρνει στο τέλος.

Η εμμονή της Καριζώνη με τον Χρόνο και τον Τόπο, ευδιάκριτη και σε αυτό το έργο.

Κομμάτια του Χρόνου κολλημένα ταιριαστά στον Τόπο καθορίζουν τις προσωπικές διαδρομές των ηρώων. Συγκρούσεις και έρωτες οριοθετούν την ύπαρξη του καθενός και καταυγάζουν σκοτεινές πορείες.

Τέλος, όπως σε όλα τα προηγούμενα έργα της,  η συγγραφέας δεν αφήνει το μυαλό του αναγνώστη να τεμπελιάσει. Αφού καταφέρνει να μπολιάσει το μεδούλι του με την ιστορική και μυθοπλαστική ατμόσφαιρα του έργου, τον αφήνει να κολυμπήσει στα νερά των εικόνων της, έτοιμο κολυμβητή, έτοιμο να δώσει τις δικές του απαντήσεις, σε όσα του άφησε, εντέχνως, να ανακαλύψει.

Η γοητεία της γραφής άλλωστε βρίσκεται στα μικρά και σ΄όλα τα ανείπωτα του συγγραφέα. 

Μετά από τις πειρατικές της ιστορίες λοιπόν και τον Μεσαίωνα του Ευνούχου, το ξαναδουλεμενο Βαλς στην Ομίχλη είναι μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη που μας επιφύλασσε η Καριζώνη. Αξίζει νομίζω να το διαβάσετε. 

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Οκτώβρης 2017 


Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Saturday, November 4, 2017

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΡΑΚΤΑΛ


Εγώ, ο Κρόνος.


Γράφει η Ζωή Σαμαρά //

Κατερίνα Καριζώνη, «Σκοτεινός χρόνος», Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2017, σελ. 44

Ο χρόνος, στη νέα ποιητική συλλογή της Κατερίνας Καριζώνη, μεταμορφώνεται ακατάπαυστα, ενώ απειλεί να εξαφανιστεί και να μας εξαφανίσει. Παραμένει πάντα σκοτεινός, κρυμμένος και κρυψίνους, εχθρικός. Το βιβλίο αρχίζει σημαδιακά με το ποίημα «Υποτίμηση» και πίσω από το νόμισμα υποψιαζόμαστε ότι κρύβεται η υποτίμηση των καιρών, ένα σιδήρεο γένος θνητών και αθανάτων. Εξάλλου, η παρακμή καραδοκούσε από την αρχή της ανθρωπότητας, στα κενά ανάμεσα στις μεταμορφώσεις του όντος και του χρόνου. Οι ήρωες των ποιητικών αφηγήσεών της είναι συχνά αντιήρωες, απλοί άνθρωποι που εκπροσωπούν αυθεντικά την ανθρώπινη κατάσταση. Η ποιήτρια ακυρώνει με αυτό τον τρόπο τα «μεγαλόσχημα» λόγια που γράφουν οι ιστορικοί και φτάνει στο βάθος των γεγονότων και των πραγμάτων.
Στο πρώτο ποίημα το ποιητικό εγώ αναρωτιέται πώς «ένας φτωχός σαλδαμάριος», ένας μπακάλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, θύμα της υποτίμησης, εξήγησε στα παιδιά του «τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός». Στον εφιάλτη της αγοράς, με τη δική μας σημασία της λέξης, ο φτωχός απαντά με αξιοπρέπεια. Με τη σειρά του αποφασίζει να μη λογαριάζει τον καιρό, το χρόνο, «Ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί […] / έριξε μια ματιά στον Βόσπορο / και κάθισε να φάει»: τοποθετήθηκε συνειδητά μέσα στο χώρο και άφησε τη ροή του χρόνου να συνεχίζεται με τον πιο φυσικό τρόπο.
Στο δεύτερο ποίημα, ο χρόνος αλλάζει όψη, γίνεται νύχτα, ένα αρχέτυπο που κατακλύζει την ποίηση της Καριζώνη. Ο πασβάντης, ο νυχτοφύλακας, ζει και κυκλοφορεί μέσα στην άγρια νύχτα. Ο χρόνος ταυτίζεται με το σκοτάδι, συνεπώς με τη μη ύπαρξη. Στη συλλογή Πανσέληνος στην οδό Φράγκων (1990), η ποιήτρια έγραφε:

Η νύχτα είναι μια μάγισσα αρχαία
μαύρα κουρέλια και φωτιές στο πρόσωπο
κι ένα τσουβάλι στον ώμο της, αστέρια.
(«Η νύχτα»)

Αναρωτιόμαστε αν τα αστέρια, έστω και σε τσουβάλι, σηματοδοτούν το φως, την ελπίδα. Η απορία μας προσκρούει στην ετυμολογική έννοια της λέξης, α-πόρος, μη πέρασμα, χωρίς ανταπόκριση.
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε όλα τα ποιήματα ένα ένα, αποκαλύπτοντας την έντονη φιλοσοφική χροιά της ποίησης της Καριζώνη. Ο στοχασμός δεν είναι ωστόσο ο κύριος σκοπός της ποίησης. Αναμφιβόλως η αληθινή ποίηση έχει πάντα κάτι να πει, αλλά το λέει παρασύροντάς μας, σαν ποτάμι που κυλάει σε βάθος. Εξάλλου, το τρίτο ποίημα μοιάζει να μας μεταφέρει από το χρόνο στο χώρο. «Το προπατορικό λάθος» δεν είναι άλλο από τα δένδρα που δημιουργήθηκαν για να κατακτήσουν τον ουρανό και αποδέχθηκαν τη θέση που τελικά τα περίμενε: να «κουρνιάζουν στα κλαδιά τους τα πουλιά», τα αδέλφια τους που δεν υπάκουσαν στην εντολή να μείνουν στη γη, και επαναστάτησαν. Υπάρχει όμως και μια «άλλη άποψη», μας πληροφορεί το ποιητικό υποκείμενο: τόπος εκκίνησής τους είναι ο Άδης, τα κλαδιά τους είναι «τα σκελετωμένα χέρια των νεκρών». Με την αποδοχή της γήινης ύπαρξής του, το δένδρο μεταμορφώνεται σε αρχέτυπο, σε άξονα του σύμπαντος, που συνδέει τον Άδη, τη Γη και τον αρχικό προορισμό του, τον Ουρανό, ένα μη χώρο με τέταρτη διάσταση την αιωνιότητα, τον μη χρόνο. Μήπως όμως αυτό είναι ένα μάθημα για όλους μας, να αποδεχόμαστε τις ρίζες μας στη γη, αν θέλουμε να πετάμε ελεύθεροι στον ουρανό, απαλλαγμένοι από το βάρος του χρόνου; «Ας σβήσουμε πρώτα την έπαρση και μετά την πυρκαγιά», έλεγε ο Ηράκλειτος.

«Σε είδα κλεισμένο σε μια σταγόνα της βροχής», εξομολογείται σε παραλήπτη του ποιήματός της η ποιήτρια. Και η Κοκκινοσκουφίτσα είχε εκμυστηρευτεί στο προηγούμενο ποίημα: «αισθάνομαι ασφάλεια στην κοιλιά του ζώου». Ο χρόνος είναι εδώ η τέταρτη διάσταση του σκοτεινού χώρου. Προτιμούμε τον οριοθετημένο χώρο από το άνοιγμα του σύμπαντος. Και όταν το ποιητικό εγώ συνομιλεί με άλλο παραλήπτη, μας μεταφέρει σε άλλο κόσμο:
Δεν θα ξανασυναντηθούμε, μου φώναξες
γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν
Ένα σύμπαν στο οποίο δεν υπάρχει χρόνος ανήκει στο επέκεινα. Στο εδώ σύμπαν κυριαρχεί ο χρόνος, ενώ έχει συγκεκριμένα όρια. Οι παραπάνω στίχοι από το ποίημα «Μνήμη» ερμηνεύουν το συγκλονιστικό «Μνημόσυνο» από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470. Στον ουρανό η γιαγιά τηγανίζει χρυσόψαρα –μεταμόρφωση των δακρύων νεαρής αγίας–, για να επικοινωνεί με τη γη και να ανάβει τα αστέρια τη νύχτα. Στην αρχή τα χρυσόψαρα βογκούν, όπως όλοι μας, μετά ησυχάζουν. Το πιο ποιητικό όμως σημείο βρίσκεται στην πράξη της γιαγιάς να ακυρώσει την έννοια της αιωνιότητας που χαρακτηρίζει οτιδήποτε συμβαίνει στον ουρανό, να διατηρήσει τα χωροχρονικά όρια των θνητών και να απονείμει θνητότητα στα πλάσματα του ουρανού. Στην ποίηση της Καριζώνη, ο σκοτεινός χρόνος είχε φτάσει ήδη από το 2002 στα ουράνια φαινόμενα.
«Η αιώνια σιωπή αυτών των απείρων διαστημάτων με τρομάζει», έγραψε ο Πασκάλ. Ωστόσο, όταν σκάβουμε στο ασυνείδητο συναντάμε την Ιστορία. Ένα ταξίδι στα βάθη της Θεσσαλονίκης για να χτιστεί το μετρό, μοιάζει με ταξίδι στην ψυχή που οδηγεί σε εξερεύνηση της ιστορίας της πόλης. Η πορεία αυτή είναι ένα παιχνίδι σκακιού, «το παίζουμε κρυφά κάτω απ’ τις λέξεις». Άρα, σκοτεινός δεν είναι μονάχα ο χρόνος που μας επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις. Είναι επίσης αυτός που γεννιέται στον Άδη ή κρύβεται σε υπόγειους χώρους, που ξεκινά από το ασυνείδητο, ατομικό ή συλλογικό. Η γλώσσα του ασυνειδήτου δημιουργεί και καταργεί το χρόνο. Γίνεται η μαύρη τρύπα του σύμπαντος που καταβροχθίζει στιγμές και όντα.
Ο χρόνος διαμορφώνεται από γεγονότα, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη συμπαντική αλληλουχία που ακολουθούν, έλεγε ο Λάιμπνιτς. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αν δεν υπάρχει χρόνος δεν υπάρχουν γεγονότα. Αυτή η θεωρία οδήγησε στη σύλληψη του χωροχρόνου. Και η Κατερίνα Καριζώνη γράφει στο ποίημα «Μεταμορφώσεις»:
Μέσα μου υπάρχει κρυμμένο ένα σπίτι
όπου κατοικώ εδώ και χρόνια.
Ζούμε μέσα στο χωροχρόνο, ο χωροχρόνος ζει μέσα μας. Υπάρχει άρα υπάρχουμε.

Η ποίηση της Κατερίνας Καριζώνη σπάει τα φράγματα των καιρών και της έκτασης, κυλά σαν ποτάμι, γίνεται Αχέροντας που ξεκινά από τον Άδη, για να κάψει και να δροσίσει τη γη, και μέσα από τα δέντρα να χαϊδέψει τον ουρανό. Μια μοναδική ποίηση που διαβάζεται σαν αφήγηση της πάλης του Εγώ με τον Κρόνο-χρόνο, δηλαδή με την ίδια του την ύπαρξη.

(Υπό δημοσίευση στο περιοδικό Θευθ, τ. 7, Ιούνιος 2018)

Monday, October 16, 2017

Εκδρομή στον Πολύγυρο



Ο Πολύγυρος δεν είναι βουνό,
Είναι ένας μοναχός αιωνόβιος
Κάθε βράδυ βράζει καζάνια με χυλό
Για να φάνε οι άρρωστοι της ενορίας του
Και οι ποιητές που έχουν στο αίμα τους 
ψήγματα χρυσού
Στη Γαλάτιστα σκότωσαν κάποτε τον τελώνη
Κι ο φαρισαίος φορούσε πουκάμισο από καραβόπανο
Και κρατούσε πιστόλι, ένα παλιό στάγιερ του 43
Έ μπαμπά, η Γαλάτιστα δεν έχει θάλασσα
Παρά μονάχα μια αχλύ που σου τρυπάει τα κόκκαλα
Και η Αρναία δάση που σε πνίγουν
Όπου κι αν πας σ΄ακολουθούνε δέντρα
Όπου κι αν πας σ΄ακολουθούνε μνήμες
ο ασβέστης του καλοκαιριού, το παιδικό άσθμα,
η Βάβδος με τον καλό αέρα
και το αγόρι που κάποτε αγάπησες
Ο  Πάνας  γυρνάει στα δάση
και φυσάει το σουραύλι του
παρασέρνει τα αγόρια στους γκρεμούς
θάβει τα κορίτσια μέσα στους κορμούς των δέντρων
κατρακυλάει τις πέτρες στις πλαγιές με θόρυβο
γίνεται καλόγερος, 
                       πετάει στο ’ Αγιο Όρος.


Monday, October 9, 2017


προσκληση

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017, 7:00 μμ

Οι Εκδόσεις Καστανιώτη και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Πολυγύρου σας προσκαλούν στην παρουσίαση των μυθιστορημάτων της Κατερίνας Καριζώνη Η πόλη των αθώων και Βαλς στην ομίχλη. Με τη συγγραφέα θα συνομιλήσουν οι: Χριστόδουλος Λιτζερίνος, συγγραφέας και Νικόλαος Πιτσιόρλας, βιβλιοθηκονόμος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πολυγύρου. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό  και η συγγραφέας θα υπογράψει  αντίτυπα των βιβλίων της. 
Δημοτική Βιβλιοθήκη Πολυγύρου
Οικία Τραγανού
Πολύγυρος

Sunday, September 24, 2017

24Σεπ2017 – Κυριακή στο Χωριό – Βάθεια Λακωνίας

24Σεπ2017 – Κυριακή στο Χωριό – Βάθεια Λακωνίας: Να μας πάρει μακριά…. να μας πάει στα πέρα μέρη … σε μια μυστηριώδη καστροπολιτεία του παρελθόντος. Στη Μάνη… στη Βάθεια Λακωνίας… εκεί ταξιδεύουμε αυτή τη βδομάδα με την «Κυριακή στο Χωριό». Ένα Μουσείο ανοιχτό για κάθε περιηγητή του σήμερα και του χθες, χαρακτηριστικό δείγμα της μανιάτικης αρχιτεκτονικής . Θα πάρουμε μια γεύση από την […]

Saturday, July 29, 2017

ΔΙαβάστε μια συνέντευξή μου για την μανιάτικη βεντέτα στο Documento

Βεντέτα. Το αίμα της τιμής, 

στο HOTDOC, την Κυριακή

 με το Documento



Βεντέτα, γδικιωμός, χωσιά. Όπως και να τον πεις, ο σκληρός άγραφος νόμος του γδικιωμού έχει τα ίδια αποτελέσματα: χαμένες ζωές και κατεστραμμένες οικογένειες.
Σε αρκετές περιπτώσεις έχει οδηγήσει σε αντιδικία δεκαετιών με εκατοντάδες θύματα (ακόμα και παιδιά), όπως η βεντέτα μεταξύ Σαρτζετάκηδων και Πενταράκηδων στην Κρήτη. Δεκαετίες πριν, στη Μάνη ο δικιωμός, που έπαιρνε αρκετά συχνά τη μορφή ομαδικής επίθεσης, έφτανε μέχρι την εμπόλεμη σύρραξη.
Στην βόρεια Αλβανία ακόμα και σήμερα χιλιάδες οικογένειες μένουν εγκλωβισμένες στα σπίτια τους. Δεν βγαίνουν ούτε στην αυλή τους, από φόβο μην χάσουν τη ζωή τους από το χέρι αυτών που ζητούν εκδίκηση, γιατί το κάνουν, ο άγραφος κώδικας τιμής που κρατά από τον Μεσαίωνα είναι πιο ισχυρός κι από τον νόμο της πολιτείας.


Friday, July 28, 2017

κριτική του Βασίλη Τσιράκη για τον Σκοτεινό Χρόνο


Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017


Κατερίνα Καριζώνη: «Σκοτεινός χρόνος»

Αν οι πεζογράφοι χρησιμοποιούν την πένα τους ως καλέμι επιχειρώντας σφυριά τη σφυριά να ανοίξουν μια ρωγμή στον σκοτεινό τοίχο που περιβάλλει την ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε να μπορέσουμε να δούμε από μια άλλη οπτική γωνία τον κόσμο, οι ποιητές, χρησιμοποιώντας την πένα τους ως κοντάρι, μας σηκώνουν με ένα άλμα –σαν αυτό του επί κοντώ– τόσο ψηλά που περνώντας πάνω από τον τοίχο, έχουμε τον κόσμο στα πόδια μας.
Έτσι και η Κατερίνα Καριζώνη με τη νέα της ποιητική συλλογή Σκοτεινός χρόνος, μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τον κόσμο με διαφορετική ματιά, μας δημιουργεί ερωτήματα, διλήμματα και προβληματισμούς, μας καλεί να ψηλαφήσουμε μαζί ανοιχτές πληγές, αλλά και να μπούμε σε ακατοίκητες ίσως περιοχές της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης.
Όμως η ποίηση της Καριζώνη δεν είναι ποίηση φυγής από την πραγματικότητα, δεν είναι απλά το καταφύγιο από τις δυσκολίες της καθημερινότητας, δεν είναι ποίηση της εσωστρέφειας και της ατομικής διαφυγής, της ύπουλης νοσταλγίας ή της εύκολης λησμοσύνης, ούτε ακόμα ποίηση που λειτουργεί ως παρηγορήτρα, ως νάρκωση και ανακούφιση.
Είναι «Ποίηση ενός μυστικού, αινιγματικού και αφώτιστου χρόνου, ο οποίος καταγράφεται και περιγράφεται με αλληγορίες και συμβολισμούς, μύθους και σπαραγμένα προσωπικά βιώματα», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της συλλογής, με έντεχνα σφιχταγκαλιασμένες λέξεις που ψηλαφούν σημάδια από τις δαγκωματιές του έρωτα, θα συμπληρώσουμε εμείς.
Πρόκειται για μια συλλογή που στα ποιήματά της –αν και δεν έχουν όλα το ίδιο ύφος– κυριαρχεί η λιτότητα των εκφραστικών μέσων και οι αφαιρετικές φόρμες, με κύριο χαρακτηριστικό τη φειδωλή χρήση επιθέτων, ενώ η διαπραγμάτευση με την ιστορία και το σήμερα έχει έντονα στοιχεία αλληγορίας και είναι επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από το κίνημα του σουρεαλισμού.
Στα ποιήματά της –αν και δεν έχουν όλα το ίδιο ύφος– κυριαρχεί η λιτότητα των εκφραστικών μέσων και οι αφαιρετικές φόρμες, με κύριο χαρακτηριστικό τη φειδωλή χρήση επιθέτων, ενώ η διαπραγμάτευση με την ιστορία και το σήμερα έχει έντονα στοιχεία αλληγορίας και είναι επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από το κίνημα του σουρεαλισμού.
Επιχειρώντας να ομαδοποιήσουμε τα ποιήματα της συλλογής παρατηρούμε ότι υπάρχει μια αξιοσημείωτη ισορροπία. Οκτώ είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, οκτώ σε δεύτερο πρόσωπο και οκτώ σε τρίτο πρόσωπο, ενώ τρία είναι μικτά γραμμένα σε πρωτοδεύτερο ή δευτερότριτο πρόσωπο.
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η Καριζώνη μας μεταφέρει στο Βυζάντιο «μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351, ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος, πέσαν απότομα τα χάλκινα και ανέβηκε ο χρυσός κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις» του φτωχού σαλδαμάριου-μπακάλη, για να μας μιλήσει όμως για το σήμερα.
Αντίθετα, στο τελευταίο ποίημα, το «Στρατώνι» ξεκινά να μας μιλά για το σήμερα «στα καφενεία πρέφα, στα μεταλλεία θάνατος» για να μας μεταφέρει στο παρελθόν όπου «ο ανθρακωρύχος έκλεβε παλιά δυναμίτιδα για τους αντάρτες και τη μετέφερε κρυμμένη μες στα ψάρια», για να καταλήξει στην αλληγορία, «άλλοτε πάλι μεταμορφωνόταν σε γλάρο / και πετούσε κρώζοντας παράφωνα / πάνω από τα νερά».
Στον Πασβάντη της Κομοτηνής μάς περιγράφει τον μυστήριο νυχτοφύλακα που «…δεν φορούσε παπούτσια αλλά σιδερένιες οπλές κι ένα παλιό αμπέχονο από κάποιον σκοτωμένο» την εποχή όπου «Εκείνα τα χρόνια δεν είχε ηλεκτρικό / παρά μονάχα λάμπες πετρελαίου καπνισμένες / και μνήμες που ήταν ακόμα νωπές σαν πληγές».
Στο «Προπατορικό λάθος» αντιπαραβάλλει την αντίσταση απέναντι στην απάθεια και την υποταγή, λέγοντάς μας: «τα δένδρα είναι πανάρχαια πουλιά / που δεν τ’ αφήσαν να πετάξουν / τις κρίσιμες ώρες της δημιουργίας / κι εκείνα το αποδέχτηκαν. / Για αυτό έρχονται / και κουρνιάζουν στα κλαδιά τους τα πουλιά / που τότε αντισταθήκανε / κερδίζοντας τον ουρανό» και στο «Σκάκι» μάς μεταφέρει στην Ινδία, όπου κάποτε το έπαιζαν με ζωντανά πιόνια – «τους ηττημένους τους θανάτωναν αλύπητα», ενώ τώρα «το παίζουμε κρυφά κάτω από τις λέξεις εκεί που οι σκάλες δεν σταματούν ποτέ».
«Έξω ακούω να στήνουν το βάθρο της Άνοιξης» μας λέει σε πρώτο πρόσωπο στο ποίημα «Ιστορία», εκεί «όπου εκτέλεσαν πενήντα άτομα στην Κατοχή γιατί οι δικοί μας σκότωσαν έναν μολυβένιο στρατιώτη». Και στο γραμμένο σε δεύτερο πρόσωπο ποίημα με τίτλο «Κοσμογονία», μας υπενθυμίζει ίσως τη λειτουργία της τέχνης, «όταν τραβήχτηκαν στο τέλος τα νερά, φάνηκε η έρημος με τα ποιήματα».
Στο «Μετρό της Θεσσαλονίκης» μάς περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο πως αυτό «βυθίζεται στα ερείπια κάτω από την πόλη και φορτώνει τους νεκρούς εμπόρους, χρυσοχόους, τεχνίτες του χαλκού ακόμα και ραβίνους και μαυραγορίτες», ενώ ο ποιητής παρατηρεί «τους λιωμένους χάρτες να μιλούν για τον υδράργυρο που αναπνέουν οι εργάτες στις υπόγειες αρτηρίες».
Στο γραμμένο σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο ποίημα με τίτλο «Συρτάρια», μας μιλά για όλα όσα έχουμε ερμητικά κλειδωμένα μέσα μας: «Τα δάκρυα σου κύλησαν και λάδωσαν τις κλειδαριές / και τα κλειδιά γύρισαν όπως τα μαχαίρια / κι άνοιξαν ξάφνου τα συρτάρια στο σώμα / σαν πληγές».
Τα ποιήματα με τίτλο «Το φουστάνι», «Αρεόπολις»,«Thedancingplague» και «Το σχίσμα» μάς μεταφέρουν πίσω στον χρόνο.
Το πρώτο στον Μεσαίωνα, όπου τα φουστάνια χρωματίζονταν με αρσενικό και χαλκό και όταν έβρεχε δηλητηρίαζαν το σώμα που το φορούσε, «…άμα βγεις στη βροχή, θα σε σκοτώσει, ... αν το φορέσεις, θα ’ρθει να σε βρει κάτω από το δέρμα, μέσα από τις ραφές».
Το δεύτερο μας μεταφέρει στα χρόνια που η Τουρκία και η Βενετία διεκδικούσαν την κυριαρχία τους στη θάλασσα και οι κακαβούληδες της Μάνης τραβούσαν με τεχνάσματα την προσοχή των ναυτικών και παγιδεύοντάς τους σε ξέρες τούς λήστευαν φορώντας σιδερένιες χύτρες στο κεφάλι.
Το τρίτο μάς γυρίζει στα 1518 όπου το μολυσμένο σιτάρι προκαλούσε έκσταση και ξέφαντους χορούς «κι εσύ μου έγνεφες κρυφά να μη χορέψω. Δεν είναι γιορτή, μου λέγαν παρακλητικά τα μάτια σου, είναι η dancing plague, θα μολυνθείς».
Και τέλος το τέταρτο, ακόμα πιο πίσω, στα 1054, την ημέρα που έγινε το σχίσμα και αφορίστηκε η ανατολική Εκκλησία από τον Πάπα και μαζί της ο Υπερκαινοφανής αστέρας που είχε κάνει την εμφάνισή του εκείνη τη μέρα και «έλαμπε πιο φωτεινός κι απ’ την ολόγιομη πανσέληνο κι οι αστρονόμοι έσβησαν τις λάμπες τους κι οι καρδινάλιοι σβήσαν τις επίσημες γραφές για το ύποπτο αυτό σημάδι όπως είπαν».
Αν και η λέξη χρόνος υπάρχει στον τίτλο της συλλογής, στα 27 ποιήματά της τη συναντάμε μόνο τρεις φορές. Κοινό στοιχείο των τριών αυτών ποιημάτων είναι το γεγονός πως και τα τρία είναι γραμμένα σε δεύτερο πρόσωπο: «Σε είδα κλεισμένο σε μια σταγόνα βροχής, … κι ο χρόνος δεν έχει την ίδια σημασία που του δίναμε», μας λέει στο «Φθινόπωρο» και «...δεν θα ξανασυναντηθούμε μου φώναξες, γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν» στο ποίημα «Μνήμη», «κι έτσι πέρασε αμετάκλητα ο χρόνος» στο «Mother».
Ο ποιητικός χρόνος της Καριζώνη είναι ενιαίος, ολιστικός, δεν λειτουργεί γραμμικά, δεν κομματιάζεται. Το παρελθόν συμπλέκεται με το παρόν ανακαλώντας κομμάτια της ιστορίας μέσα από ένα σύγχρονο κοίταγμα του κόσμου. Μιλώντας για το χτες αναφέρεται στο σήμερα και σκιαγραφεί το αύριο κι ο τόπος διαστέλλεται για να χωρέσει τον αδιαίρετο χρόνο που στα ποιήματά της λειτουργεί ως τέταρτη διάσταση.
Έτσι ο χρόνος γίνεται ο τόπος της ιστορίας και οι εποχές συνομιλούν άμεσα, χωρίς διαμεσολαβήσεις.«...Ρωτάς τώρα που όλα τα ρολόγια έδειξαν φθινόπωρο», μας λέει στην «Αλληλογραφία», ενώ στο «Φθινόπωρο» διαβάζουμε: «ο τελευταίος ωρολογοποιός της πόλης / πέθανε μου φώναξες».
Η ποίηση της Καριζώνη δίνει χώρο στον αναγνώστη, φέρνει στην επιφάνεια απόκρυφες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, απελευθερώνει ανθρώπινα συναισθήματα, ανοίγει τα μάτια του μυαλού και ψυχής, διεγείρει τις ανησυχίες, ακονίζει την κριτική σκέψη, δίνει φωνή στις αναζητήσεις, αμφισβητεί, αλληλεπιδρά με το περιβάλλον και τις αντιφάσεις του αρνούμενη να βουλιάξει στην παγίδα του ναρκισσισμού. Αγγίζει ανθρώπινες διαδρομές που αγωνιούν να ξαναδούν το νόημα του κόσμου και να φτιάξουν ένα καινούριο όραμα. 
Σκοτεινός χρόνοςΚατερίνα Καριζώνη
Καστανιώτης
48 σελ.
ISBN 978-960-03-6149-0
Τιμή: €8,48
Βασίλης Τσιράκης Δημοσιεύτηκε 07 Ιουλίου 2017

Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Wednesday, July 26, 2017

ποιητική βραδιά στη Χαλκιδική

Έν αρχή ήν η Ποίησις

1η ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗ ΦΟΥΡΚΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Διαβάζουν ποιήματά τους οι ποιήτριες

Κατερίνα Καριζώνη

Χλόη Κουτσουμπέλη

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Συντονιστής: Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Δέσποινα Καλανταρίδου: Φλάουτο, τραγούδι
Ρήγας Ρηγάκης: κιθάρα

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΦΟΥΡΚΑΣ

                   ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017 ΩΡΑ 21:00

Monday, July 17, 2017

Μια ασυνήθιστη ιστορία



Καθώς μιλούσε
Άρχισε σιγά σιγά να πετρώνει
Πρώτα τα πόδια κάτω απ΄το φθαρμένο παντελόνι του
Μετά η κοιλιά, το στήθος του,
το μπράτσο , το ρολόι, οι ιδρωμένες παλάμες του
Μαρμάρωνε μες στο λιοπύρι του μεσημεριού
Και γελούσε ακατάσχετα
Όταν η πέτρα έφτασε στο λαιμό του
Κόμπιασε λίγο, ζήτησε ένα ποτήρι νερό
Για να κατέβουν τα βάρη της ψυχής, όπως είπε
Κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό
Ένας κόκκινος πετεινός
                                   Πετάχτηκε τότε απ΄το στόμα του
σα να τον γέννησε εκείνη τη στιγμή
πριν μαρμαρώσει ολότελα.

Τρόμαξα κι έφυγα μακριά του                                   
Έμαθα πως τον έλεγαν Φοέλ
Ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος, σκληρός

Κι ήμουν εγώ ένα περαστικό σπουργίτι.

Tuesday, June 27, 2017


Ο άγγελός μου

O άγγελός μου έχει ένα ξύλινο πόδι
Κρατάει στο χέρι την κραυγή του ρολογιού
Και χορεύει στο κεφάλι μιας καρφίτσας
Ο άγγελός μου έχει ένα τεράστιο μύλο του καφέ
Κι αλέθει τα σύννεφα
                    για να φέρει βροχή
Κι αλέθει την καταχνιά
                       για να φτιάξει τα σπίτια
Εκείνων που κανείς δεν τους αγαπάει
Ο άγγελός μου είναι ένα μοναχικό πουλί
Που κουρνιάζει στα κλαδιά ενός αρχέγονου δέντρου
Δίπλα σε μια θάλασσα που εξατμίζεται
Δεν ξέρει να χαμογελάει, ούτε να κλείνει τα μάτια
Με βοηθάει ωστόσο να γράψω ποιήματα
μου ψιθυρίζει γλυκά τις λέξεις στο αυτί
και άλλοτε πάλι μου δανείζει τα μολύβια του
 που λιώνουν όμως γρήγορα
σα νιφάδες χιονιού πάνω στο χαρτί
όταν τον κοιτάζω καμιά φορά κρυφά
στον καθρέφτη μου
διακρίνω μόνο το μακρύ ξύλινο πόδι του

                                                            να ανθίζει.